Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΡΕΤΗΣ 
ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ 
Η ΕΠΑΝΕΛΛΗΝΙΣΗ 


     Aντίθετα από τις κατεστημένες διδασκαλίες μιας μακραίωνης  «ζητωπατριωτικής» κενοδοξίας, οι Έλληνες αντιμετωπιζόμεθα από τους ξένους αρνητικά ως έθνος, εξ αιτίας της 'ραστώνης' μας στο να καταδείξουμε ότι στον ελλαδικό χώρο, αριθμητικώς, αποτελούμε αμελητέα μειονότητα με κατά πολύ υπέρτερους τους γραικύλους οι οποίοι, ως εκ της πληθύος τους στιγματίζουν το γένος μας. Και αυτό δεν είναι κάτι το όψιμο… Τι, όμως, θα πρέπει να λάβουμε υπ΄ όψη μας και ποιο μονοπάτι θα πρέπει να επιλέξουμε, οι απομένοντες Έλληνες, ώστε να απεμπλακούμε από την κατάρα του "τσουβαλιάσματός" μας με τους γραικύλους διεκδικώντας την αναγνώριση της Ελληνικότητός μας, όχι μόνον από τις συνειδήσεις μας αλλά και από τους εν συγχύσει τελούντες υβριστές του Ελληνισμού; 


     Ήδη από την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο οι Έλληνες, αυτοταπεινωμένοι από τη θρησκευτική και πολιτισμική τους αλλοτρίωση, αποτελούν για τους ξένους τον «ορισμό» του εκφυλισμένου γένους, των, λίγο ως πολύ, ανδραπόδων που είναι ανίκανοι για πόλεμο και δειλοί! Τα ανδραγαθήματα του ηρωικού  ελληνικού παρελθόντος όπως αποτυπώθηκαν στον Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα, στις Θερμοπύλες, στις Πλαταιές είχαν πια «ξεθωριάσει» ή, μάλλον, είχαν …παραγραφεί μετά την αυτο-έκπτωση των Ελλήνων από τη πατρώα Κοσμοθέαση και Παράδοσή μας, αποδεχόμενοι τη κατάκτησή μας από αλλότρια θρησκεία και αλλότρια ήθη.

     Χαρακτηριστική είναι η περιφρόνηση κατά των Ελλήνων ακόμη και των …Οστρογότθων οι οποίοι εσάρκαζαν τους στρατιώτες των αναξιομάχων σχηματισμών τους, των «Comitanses» ως … «Έλληνες»[1], χωρίς, όμως, αυτό να είναι και το μοναδικό δείγμα διεθνούς απαξίας προς τους Έλληνες, μετά την παρακμή και την αυτοταπείνωσή τους σε εθνική αυτό-έκπτωση!

     Ο Reymond de Poitiers  κυβερνήτης της Αντιοχείας (1138), εκφράζοντας την άρνησή του να παραδώσει τη πόλη στον Ιωάννη Κομνηνό, σύμφωνα με προηγούμενη συνθήκη, σημείωνε απολύτως περιφρονητικά για τους Έλληνες, σε μία επιστολή του προς τον Πάπα:

     "(λυπάμαι) γιατί μια πόλη που κατακτήθηκε με τόσους κινδύνους από τους άνδρες μας...θα έπεφτε στα χέρια του θηλυπρεπούς λαού των Ελλήνων..." [2]


     Ποιος να φαντάζονταν ότι οι απόγονοι του Λεωνίδα θα χαρακτηρίζονταν από τους «βαρβάρους» ως …θηλυπρεπείς; Κι όμως, η άποψη αυτή του Reymond de Poitiers για τους Έλληνες όχι μόνον μοναδική δεν ήταν αλλά και στερεοτυπικώς επαναλαμβανόμενη στους δυτικούς μεσαιωνικούς χρονικογράφους δεν είναι μοναδική.

     Ένας άλλος χρονικογράφος των Νορμανδών, ο Γουλιέλμος της Απουλίας στο έργο που έγραψε σε εξάμετρα, μεταξύ 1097-1099, υπό τον τίτλο «Gesta Roberti Wiscardi»   (Ανδραγαθήματα του Ροβέρτου Ουισκάρδου) πολλές φορές αναφέρθηκε υποτιμητικά στους Έλληνες:

     «Η νίκη αυτή ενθάρρυνε πολύ τους Νορμανδούς, γιατί κατάλαβαν πως από τους Έλληνες έλειπε η γενναιότητα και προτιμούσαν τη φυγή από την αντίσταση» [3] και,

     «…οι Έλληνες, συνηθισμένοι να τρέχουν σε δειλή υποχώρηση, επέστρεψαν στα τείχη της Λάρισας» [4] αλλά και,

     «Όταν μετά από τη νίκη του Δοκιανού στην Καλαβρία, αυτός και οι άνδρες του δεν ανταμείφθηκαν με λεία, κατηγόρησε το στρατηγό πως έδωσε τα λάφυρα "σε δειλούς και όχι σε άνδρες-καθώς οι Έλληνες είναι σαν γυναίκες» [5]

     Στο ίδιο έργο ο Αρδουίνος (Αrduin), Λομβαρδός ευγενής χρησιμοποιεί ακόμη πιο βαρείς χαρακτηρισμούς. Γι' αυτά τα λόγια του μαστιγώθηκε και κατέφυγε στην Αμβέρσα. Εκεί κατηγόρησε τους Νορμανδούς:

     «…γιατί αφήνουν μια χώρα τόσο πολύτιμη όπως η Απουλία, στην κατοχή των θηλυπρεπών Ελλήνων, όταν αυτοί είναι μια δειλή ράτσα μεθυσμένων αμαρτωλών που συχνά το βάζουν στα πόδια μπροστά σε μια χούφτα εχθρών, και, ακόμη χειρότερα, ακόμη και τα ρούχα τους δεν είναι κατάλληλα για μάχη» [3]

     Σε ένα άλλο κείμενο του 12ου αιώνος, διαβάζουμε και πάλι εξευτελιστικές κρίσεις εναντίον των Ελλήνων από τον Αρμένιο Ματθαίο της Εδέσσης ο οποίος, μετά τις οθωμανικές επιδρομές έγραφε:

     «Ποιος μπορεί να περιγράψει λεπτομερώς τις καταστροφικές συμφορές και τους θρήνους των Αρμενίων, γεγονότα που υπέστησαν στα χέρια των κακών, αιμοδιψών και βάρβαρων τουρκικών δυνάμεων, όλα, εξαιτίας της εγκαταλείψεώς τους απ' τον ψεύτικο προστάτη τους, το θηλυπρεπές και ποταπό ελληνικό έθνος; Διότι οι Έλληνες, σταδιακά αποστρατεύοντας τους γενναίους μας στρατιώτες, τους μετακίνησαν από την Αρμενία, απομακρύνοντάς τους από τις πόλεις και τις περιοχές τους» [6]

     Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί κατά των Ελλήνων, είτε ως “Yoyn” (= Yunan = Ίων ) είτε ως “Horom” ( = Ρωμαίος) ως ταυτοσήμων εννοιών (ελληνόφωνος ορθόδοξος = Έλληνας) υιοθετούνται ως … «κανόνας»  από όλους σχεδόν τους χρονικογράφους και μετά τη 4η Σταυροφορία. Για τον Ρομπέρ ντε Κλαρί, τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, τον Odo του Deuil, οι Έλληνες της εποχής δεν ήσαν παρά δειλοί, ύπουλοι, κακοί, τιποτένιοι και στο «Χρονικόν του Μορέως» έχουμε αρκετές τέτοιες μειωτικές αναφορές, όπως:

«τὴν κακοσύνην τῶν Ρωμαίων, τὴν ἀπιστίαν ὅπου ἔχουν.
Ποῖος νὰ θαρρέσῃ εἰς αὐτούς, ὅρκον νὰ τοὺς πιστέψῃ,
ἀφῶν τὸν Θεὸν οὐ σέβονται, ἀφέντη οὐκ ἀγαποῦσιν;"

"καθὼς εὑρίσκεται ἀπὸ ἀρχῆς τὸ γένος τῶν Ρωμαίων
εἰς δολιότητα πολλὴν κ᾿ εἰς ἀπιστίες μεγάλες» [7]


     Με γνώση κι επίγνωση ενός, αληθώς, παρακμιακού παρελθόντος του Ελληνισμού μετά την απάρνηση των πατρώων του και την υποταγή στους Ρωμαίους, είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχθούμε ότι η κακή περί Ελλήνων εικόνα δεν είναι προϊόν μιας συγκαιρινής "αντιλήψεως" αλλά μία πάγια  και, εν πολλοίς, τεκμηριωμένη προσέγγιση πλείστων όσων χρονικογράφων και συγγραφέων οι οποίοι, ανά τους αιώνες, μετά την παρακμή μας, συνήγαγαν παρά την υπέρ ημών, ως εκ του ηρωικού παρελθόντος μας, βαρύνουσα προδιάθεση των συν-Ευρωπαίων, κυρίως, "κριτών" μας! 


     Και αυτή την αρνητική εικόνα η οποία δεν είναι ανυπόστατη, οφείλουμε να την ανασκευάσουμε μελετώντας, αρχικώς, τις αιτίες της διαμορφώσεώς της, με πρώτη απ΄ όλες τη θρησκευτική αλλοτρίωση και την έκπτωσή μας από τη πατρώα θρησκευτική Κοσμοθέαση με την υποταγή μας στο αλλότριο ειδωλολατρικό, χριστιανικό, δόγμα! 


      Είναι γνωστό ότι ο χριστιανισμός ως οικουμενικό δόγμα ευαγγελίζεται τον αποχαυνωτικό πασιφισμό ο οποίος είναι η απαρχή της ανοχής, της υπακοής και, εν τέλει, της υποταγής, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε μορφή βίας που για τον ειδωλολατρικό χριστιανισμό αποτελεί αμάρτημα! Και, βεβαίως, ως βία νοείται πρωτίστως η σύγκρουση και ο Πόλεμος!


     Η πατρώα Κοσμοθέαση των Ελλήνων ήταν απολύτως συμφιλιωμένη με το "Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί..."  του Ηρακλείτου και είχε έναν αμιγή εθνικό χαρακτήρα, προοριζόμενη ως "κρίκος" διασυνδέσεως ομαίμωνομογλώσσων και ομοτρόπων, αλλά ο χριστιανισμός, ως διεθνιστική-οικουμενική δοξασία, επεδίωκε να "καπελλώσει" κατακτητικά "πάντα τα έθνη", ισοπεδώνοντάς τα υπό τον μανδύα του, κάτι για το οποίο, ασφαλώς, θα έπρεπε να καταπολεμήσει τη διάθεση για ανεξαρτησία που εκδηλώνεται δια του Πολέμου. 


     Και ο χριστιανισμός, ενοχοποιώντας την πολεμική Αρετή των Ελλήνων κι εξουδετερώνοντάς την, ευνούχισε το αίσθημα ανεξαρτησίας του γένους μας, νοθεύοντας με αλλόφερτα "μπολιάσματα" και καθιστώντας το, βαθμιαίως,  αναξιόμαχο κι ενδοτικό με όλα τα επακόλουθα δεινά, ευνόητα !


     Εν ολίγοις, η παραίτηση από την πατρώα Ελληνική Κοσμοθέαση και τις εθνικές μας Παραδόσεις με πρώτιστη την πολεμική Αρετή και η υποταγή μας στο αλλότριο ειδωλολατρικό χριστιανικό δόγμα, υπήρξε για τον Ελληνισμό η μοιραία "εκπυρσοκρότηση" που κατέφερε τη χαριστική βολή ενός, άλλοτε, ηρωικού έθνους.  


     Η ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, (το ψευδεπίγραφο "Βυζάντιο"), της οποίας η φύση και "ιδιοσυστασία" υπήρξε διαμετρικώς αντίθετη και πολέμια του Ελληνισμού, καλλιεργώντας για λόγους εσωτερικής καταναλώσεως την άκρατη σκοταδιστική θεοκρατία, το πρώτο που νομοθέτησε μέσα από την εκκλησία και το "δίκαιο" που καθιέρωσε, ήταν τον αντιπολεμικό κοινωνικό προσανατολισμό, θεωρώντας την ανθρωποκτονία ακόμη και εχθρού της Πίστης, ως φοβερό αμάρτημα! Ο σφοδρός ανθέλληνας "μέγας" Βασίλειος πρότεινε αποχή από τη ..."θεία ευχαριστία" για 3 έτη σε κάθε στρατιώτη που είχε διαπράξει φόνο εχθρού στη ...μάχη [8].



     Διόλου τυχαίο για τον ανθέλληνα, χριστιανό επίσκοπο, Βασίλειο Καισαρείας ο οποίος, εμμονικώς εξύβριζε τους Έλληνες :


     «Είναι εχθροί οι Έλληνες, διότι διασκεδάζουν καταβροχθίζοντας με ορθάνοιχτο στόμα τον Ισραήλ.  Στόμα δε λέγει εδώ ο προφήτης (βλ. Ησαΐας Θ΄11) την σοφιστική του λόγου δύναμη η οποία τα πάντα χρησιμοποίησε για να παραπλανήσει τους εν απλότητι πιστευσάντων.» [9] 


     Αν θεωρήσουμε ότι το καθήκον κάθε στρατιώτη και πάντοτε είναι η εξουδετέρωση, παντί τρόπω, του εχθρού, το παραπάνω εκκλησιαστικό "επιτίμιο" για κάθε βυζαντινό στρατιώτη που ασκούσε το καθήκον του σήμαινε a priori την ενοχοποίηση αυτού καθαυτού του στρατιωτικού καθήκοντος και την απαξίωση του στρατού, λόγος για τον οποίο θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο Βυζάντιο και παρά τις σημαντικές "αυτεπάγγελτες" προόδους του, ο στρατός τελούσε υπό την έως και  α ν υ π ό φ ο ρ η  α ν ο χ ή  εκ μέρους τoυ εκκλησιαστικού παρακράτους, με αποτέλεσμα τον εκφυλισμό του αξιομάχου του και τη, τελική, πτώση της Κωνσταντινουπόλεως!



     Ενώ το Ισλάμ (με το δόγμα "Τζιχάντ") αλλά και η δυτική χριστιανική εκκλησία (με τις Σταυροφορίες) ευφυώς για τη διασφάλιση της μακροημερεύσεώς τους, νομιμοποίησαν θρησκευτικώς τον "ιερό πόλεμο" κατά των αλλοδόξων, στο Βυζάντιο δε νομιμοποιήθηκε ποτέ κάτι τέτοιο με αποτέλεσμα και η αυτονόητη άμυνα της χώρας να εθεωρείτο αντιχριστιανικό αμάρτημα εφ΄ όσον έθετε σε κίνδυνο ζωής τους ...εισβολείς! Οι απόπειρες που ανεπιτυχώς έκαναν οι Νικηφόρος Φωκάς[10] και Ιωάννης Βατάτζης προκειμένου να θεωρούνται εξαγνισμένες οι ψυχές των υπέρ πατρίδος θνησκόντων πολεμιστών, αντιμετώπισαν τη σθεναρή πατριαρχική απόρριψη! 


     Σε ό,τι αφορά, τέλος, στον ίδιο το θεσμό του ανατολικού μοναχισμού στο Βυζάντιο, αυτός λειτούργησε ως "αποθέτης" του μαχίμου κοινωνικού δυναμικού, με αποτέλεσμα πλέον του 25% των νέων που θα έπρεπε να στελεχώνουν το στρατό, βρίσκονταν κλεισμένο στα μοναστήρια[11], αποχαυνωμένο και σε πλήρη "απονέκρωση"  του πατριωτικού φρονήματος, όπως ακριβώς καλλιεργούσε επί μακρόν η τοπική εκκλησία εφαρμόζοντας τα πασιφιστικά χριστιανικά "διδάγματα"!    


     Με το σκοταδιστικό και εξουθενωτικό πρόταγμα της (δήθεν...) "σωτηρίας της ψυχής" και την απαξίωση της πολεμικής Αρετής, η ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όχι μόνον αφελλήνισε το πληθυσμό της αλλά και τον κατεδίκασε στη υιοθέτηση της δειλίας ως τρόπου ...ζωής! Με αβυσσαλέο ανθελληνισμό ο οποίος άγγιζε το όριο της υστερίας, οι πατριάρχες της εκκλησίας του Βυζαντίου επεξέτειναν ακόμη περισσότερο το "ες έδαφος φέρειν" του ελληνοκτόνου Θεοδοσίου  φθάνοντας σε σημείο ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Χρυσόστομος (κοπρόστομος!) να σημειώνει:

     «Αν στα ενδότερα (των ελληνικών σκέψεων) κοιτάξεις θα δεις, τέφρα και σκόνη και υγιές ουδέν, αλλά τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών, (των Ελλήνων φιλοσόφων!) τα πάντα δε γεμάτα ακαθαρσίες και ιχώρ, (έμπυο!) και πάντα τα δόγματα τους βρίθουν σκωλήκων...  Αυτά γέννησαν και αύξησαν οι Έλληνες, από των φιλοσόφων λαβόντες... Ημείς δε ου παραιτούμεθα της κατ’ αυτών μάχης.»[12] 


      Kαι υπήρξε τόσο το μένος των βαρβάρων χριστιανών "ταγών" κατά του Ελληνισμού ώστε, το ίδιο ρασοφόρο χριστιανικό κτήνος, ο Ιωάννης Χρυσόστομος (κοπρόστομος!) δε δίστασε να προσλάβει ακόμη και μισθοφόρους για να γκρεμίσει Ελληνικά μνημεία:


     «Ο δε μέγας Ιωάννης (ο Χρυσόστομος) ασκητάς πυρπολούμενους από ζήλον θεού (φανατισμένους καλόγερους) συνέλεξε, με βασιλικούς δε νόμους αυτούς οπλίσας, κατά των ειδωλικών (ελληνικών) έπεμψε τεμενών, τα δε χρήματα για τους κατεδαφιστές και τους βοηθούς, δεν έλαβε απ’ τα βασιλικά ταμεία,  αλλά από πλούσιες γυναίκες που φιλοτίμως να παρέχουν κατέπειθε, ώστε με την λαμπρή τους πίστη να κερδίσουν την ευλογία. Έτσι με τον τρόπο αυτόν τους υπολειπόμενους Σηκούς (ελληνικούς ναούς) με τούτον τον τρόπον εκ βάθρων ανέσπασεν.» [13]

     Αλλά, κάτι ανάλογο, με έναν άμισθο αλλά εξίσου βίαιο χριστιανικό όχλο, δε κατάφερε ο Κύριλλος Αλεξανδρείας να διαμελίσει και να πετάξει τήδε κακείσε τα κομμάτια της νεοπλατωνικής φιλοσόφου Υπατίας προκειμένου να παύσει η ελληνική διδασκαλία της; Όμως, οι εκφυλισθέντες υπόδουλοι των Ρωμαίων είχαν ήδη κάνει την ολέθρια επιλογή τους να εκπέσουν τόσο της πατρώας τους Κοσμοθεάσεως όσο και των Παραδόσεών τους! Η εκκλησιαστική ολιγαρχία με τον χριστιανισμό κατάφερε να ενοχοποιήσει την, υπέρ πατρίδος, πολεμική Αρετή στις συνειδήσεις των ρωμιών, αλλά διατήρησε ως δικό της προνόμιο την άσκηση άτεγκτης θρησκευτικής βίας σε όποιον τολμούσε να διεκδικήσει την επαφή με την Ελληνική φυλετική καταγωγή   



     Mία παράμετρος της απεχθείας του Βυζαντίου εναντίον κάθε μορφής μαχίμου στρατιωτικού ρόλου υπήρξε και η περίπτωση των Ακριτών.




     ‘Ακρίτες’ απεκαλούντο από τους Βυζαντινούς οι συνοριοφύλακες, από τις «άκρες» όπως ήσαν γνωστά την εποχή εκείνη τα σύνορα. Αυτή η ιδιότυπη κάστα αντικατέστησε τους Μilites Limitaneos των αυτοκρατορικών χρόνων της Ρώμης, που οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες είχαν οργανώσει και εγκαταστήσει με ειδικές προνομίες στα σύνορα ώστε να προστατεύουν τη χώρα από βαρβαρικές επιδρομές. Στο Βυζάντιο οι Ακρίτες, αρχικώς, απολάμβαναν προνομίων, ήτοι, της δωρεάς κτημάτων και της φορολογικής ελαφρύνσεως προκειμένου να προστατεύουν την αυτοκρατορία από αραβικές και απελατικές (ληστρικές) επιδρομές.

     Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος έσπευσε να μειώσει τον αριθμό τους εγκαθιστώντας πολλούς από τους Ακρίτες στα αστικά κέντρα, σε πάγια εφαρμογή της χριστιανικής αποστροφής προς κάθε μορφή πολεμικής Αρετής! Επί αυτοκράτορος Ιουστινιανού η κάστα των Ακριτών, ουσιαστικώς είχε διαλυθεί αλλά όταν, επί αυτοκράτορος Ηρακλείου ο κίνδυνος των αραβικών επιδρομών άρχισε να γιγαντώνεται, το σώμα των Ακριτών αναπτύχθηκε και πάλι (ανάγκα και …ρασοφόροι εκκλησιαστικοί πείθονται) μέχρι την εποχή των εικονομάχων.

     Κατόπιν, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος Η’ (αυτό το κτήνος το οποίο ετύφλωσε τον 11χρονο νόμιμο κληρονόμο του θρόνου Ιωάννη Δ’ Λάσκαρη για να του υφαρπάσει το αξίωμα) εξαναγκάζει σε διάλυση τους Ακρίτες όταν καταργεί το αφορολόγητο, επιβάλλοντάς τους δυσβάστακτους φόρους και αναγκαστική ένταξή τους στον τακτικό στρατό με υποχρέωσή τους να ακολουθούν τις εκστρατείες του στα ευρωπαϊκά εδάφη. Η ανικανότητα του βυζαντινού κράτους να κατανοήσει τις ουσιαστικές στρατιωτικές ανάγκες της αυτοκρατορίας πέραν της υπηρετήσεως των επιταγών της εκκλησιαστικής κάστας, ήταν για μια φορά ακόμη εμφανής στην αυτοκρατορία των ανατολικών μισελλήνων. Το αποτέλεσμα, βεβαίως, ήταν καταστροφικό, αφού πολλοί από τους Ακρίτες αγανάκτησαν και κατέφυγαν στους Σελτζούκους Τούρκους, που την εποχή εκείνη είχαν ήδη αναπτυχθεί επικινδύνως στις μικρασιατικές περιοχές. Οι υπόλοιποι Ακρίτες, μη έχοντας κίνητρα για την συνέχιση της φρουρητικής υπηρεσίας που παρείχαν παραμέλησαν τα καθήκοντά τους με αποτέλεσμα οι «άκρες», τα σύνορα του Βυζαντίου να παραμείνουν ξέφραγα στις διαθέσεις των επεκτατικώς αποβλεπόντων Τούρκων. Ίσως, όλα αυτά θυμίζουν κάτι ανάλογα στο σύγχρονο σημερινό Έλληνα…



     Την εποχή της ακμής τους (7ος – 10ος αι.) οι Ακρίτες εμάχοντο ακαταπαύστως εναντίον των Σαρακηνών και των (ληστών) απελατών. Η ζωή τους ήταν κατ’ εξοχήν πολεμική και επικίνδυνη, ιδιαίτερα στις παραμεθόριες μικρασιατικές περιοχές του Πόντου και της Καππαδοκίας. Αυτό συνετέλεσε όχι μόνον οι Ακρίτες να αφοσιωθούν και να υμνήσουν τη στρατιωτική ζωή αλλά και να εμπνεύσουν την ανάπτυξη πνεύματος ηρωικού (ανάλογο με αυτό της μεσαιωνικής Δύσεως), στο οποίο και οφείλεται η γένεση ποιητικού λόγου κατ’ εξοχήν ηρωικού, του λεγομένου «ακριτικού». Και αυτήν ακριβώς την πολεμική ηρωικότητα κάποτε την «επλήρωσαν»! 



     Στη μνήμη των Ελλήνων θα μείνει για πάντα το ηρωϊκό έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα, του Πορφύρη, του Αρμούρη, του Ανδρονίκου, του Νικηφόρου, του Βάρδα Φωκά και του Πετροτραχήλου για να θυμόμαστε ότι ακόμη και στο αντιηρωϊκό και παρακμιακό Βυζάντιο η πολεμική Αρετή των Ελλήνων δεν εκάμφθη!  



     Η εκφυλιστική τρυφηλότητα του Βυζαντίου στόχευσε ποικιλοτρόπως στη βίαιη εξάλειψη κάθε ίχνους πολεμικής Αρετής από τους πολίτες του θεωρώντας ότι η "αιχμαλωσία" τους στη σαγήνη του εκκλησιαστικού "μυστηρίου" θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη μακροβιότητα αλλά, κυρίως, την ευημερία στη διεφθαρμένη πολιτική εξουσία. Αυτό το, ...απερίσκεπτο, "σκεπτικό", εν τινι μέτρω ωφέλιμο για τους άρχοντες μιας αυτοκρατορίας θεμελιωμένης στην ίντριγκα, μπορεί να ήταν "κοντόθωρα" εύλογο για τους κυβερνώντες όμως απεδείχθη ολέθριο τόσο για τη πολιτιστική πρόοδο, όσο και για τη μακροημέρευση της ίδιας της Αυτοκρατορίας της οποίας η επακολουθήσασα πτώση διεκύβευσε τον Πολιτισμό ολόκληρης της Ευρώπης!

     Ο αυτοκράτορας Λέων ο Στ' (ένα ακόμη βυζαντινό κτήνος το οποίο άλλαζε πατριάρχες για να πετύχει τον, εκ του εκκλησιαστικού δικαίου, παράνομο 4ο γάμο του!) συνέγραψε στρατιωτικό εγχειρίδιο για να ευνουχίσει το ...πολεμικό φρόνημα του στρατού του:

     «Πρέπει πάντα να προτιμούμε την ειρήνη πάνω απ' όλα και να απέχουμε από τον πόλεμο» [14]

     Σε αυτή την απέραντη ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία η ανδρεία εθεωρείτο "αμάρτημα"! Όταν κάποτε ο 16χρονος Μανουήλ Κομνηνός, τόλμησε να καλπάσει άφοβα εναντίον εχθρού σε μία αναμέτρηση υπερβαίνοντας τη πρώτη γραμμή, μαστιγώθηκε στο παλάτι από τον ίδιο τον πατέρα του, ο οποίος του απαγόρευσε να επαναλάβει μια τέτοια γενναιότητα! [15] 

     Και ήταν φυσικό για μία διεφθαρμένη θεοκρατική χώρα να είναι προτιμητέα η συνωμοσία, η διαπλοκή, το έγκλημα, ο χρηματισμός, η ίντριγκα, η ευτέλεια, αντί της γενναιότητος που επιτάσσει η πολεμική Αρετή την οποία και το Βυζάντιο επεχείρησε κι επέτυχε να εκμηδενίσει, εξανδραποδίζοντας τους πολίτες του.

     Παρά ταύτα, παρά τον απηνή "διωγμό" της πολεμικής Αρετής προς παραγωγή ανδραπόδων "μετ-Ελλήνων", στην ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία η πολεμική Αρετή κατάφερε να έχει τη "συνέχειά" της σε ένα ικανό μέρος σθεναρώς ανθισταμένου Ελληνικού γονιδιώματος το οποίο εξακολουθεί να διατηρείται μέχρι σήμερα οροθετώντας την ίδια τη   σ υ ν έ χ ε ι α  του Ελληνισμού παρά την προ-ρωμαϊκή του "γονυκλισία" και τις μετέπειτα εις βάρος του μεθοδεύσεις του ανθελληνικού, σκοταδιστικού, χριστιανισμού του οποίου το επίκεντρο υπήρξε το Βυζάντιο. 

     Οι βίαιες προσπάθειες ολοκληρωτικού "χαλασμού" της πολεμικής Αρετής των Ελλήνων από τους ανθέλληνες βυζαντινούς άρχοντες απέτυχαν με τρανή απόδειξη την ανάπτυξη ακόμη και στρατιωτικού Πολιτισμού στο ίδιο το Βυζάντιο (!) όσο κι αν ο Πολιτισμός αυτός ήταν σε πλήρη αντίθεση με το παντοδύναμο εκκλησιαστικό κατεστημένο! Παρά τη πασιφιστική εμμονή του χριστιανικού Βυζαντίου το έπος των Ακριτών υπήρξε λαμπρό δείγμα πολεμικής Αρετής ενώ παραδείγματα στρατιωτικού ηρωϊσμού δεν έπαυσαν να εμφανίζονται υπεράνω της εκφυλιστικής "διδασκαλίας" του ειδωλολατρικού χριστιανισμού ο οποίος απεδείχθη, εν τέλει, ανίκανος να διακόψει ολοσχερώς την "συνέχεια" του πολεμοχαρούς γονιδιώματος των Ελλήνων και παρά την μακραίωνα επικράτηση του Βυζαντίου. Ο Φαλμεράιερ σαφώς και, εν μεγάλω μέρει, είχε δίκιο (και αν του το αρνηθούμε υβρίζουμε εαυτούς!) όμως μέχρι και σήμερα εξακολουθούμε και σηματοδοτούμε την εξαίρεση των θεωριών του όσοι σεβόμαστε τις υπάρξεις μας ως φυτώρια φυλετικής αειφορίας Ελληνισμού ανά τους, αντίξοους, αιώνες! 

     Η έξοδος από το σημερινό νεοελλαδικό ναδίρ περνά υποχρεωτικώς από την πύλη της γνώσεως και της πολεμικής Αρετής των Ελλήνων, για την υπέρβαση της οποίας δεν αρκεί μόνον η ύπαρξη ενός υγιούς γονιδιώματος αλλά και, απαρεγκλίτως, η ανάπτυξη ασκητικής Παιδείας. Χωρίς την "επανεφεύρεση" του ηρωϊκού και αλτρουιστικού τρόπου ζωής ουδεμία διέξοδος από το αδιέξοδο μπορεί να προσδοκάται! Αλλά γι αυτό, η εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση είναι η επαναπροσέγγιση της αρχέγονης, πατρώας, θρησκευτικής Κοσμοθεάσεως των Ελλήνων, η οποία εμπεριέχει και τα κατευθυντήρια "αζιμούθια" για την ευκταία καθαρτήρια Επανελλήνιση! Και τούτο χρειάζεται πνεύμα ελεύθερο και γενναιότητα ψυχής, κάτι το οποίο δια της μελέτης και, κυρίως, πράξεως του Πολέμου κατορθούται!

     Η υψικλινής "ατραπός" του στρατοφιλοσόφου, Πληθώνεια και ως εκ τούτου δύσβατη, είναι η μόνη η οποία διαχωρίζει τους θηρευτές από τα θηράματα, μόνη άγουσα προς τη δικαίωση!    





ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

[1]   Δημήτρη Μπελέζου, "Ο Βυζαντινός Στρατός", σ.42-43
[2]   "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", τόμος Θ'
[3]   "Gesta Roberti Wiscard", βιβλίο Ι
[4]   "Gesta Roberti Wiscard", βιβλίο V
[5]   "Gesta Roberti Wiscard", βιβλίο V
[6]   Ματθαίου της Εδέσσης, "Χρονικόν" (1113-1140) σ.29 
[7]   "Χρονικόν του Μορέως" 45, 53 . (Το Χρονικόν του Μορέως γράφτηκε από ελληνόφωνο Φράγκο, ή γασμούλο και γενικά είναι εχθρικά διακείμενο προς του Έλληνες)
[8]   Βασίλειος, επίσκοπος Καισάρειας, 188, 13, σ.130
[9]   Βασίλειος Καισαρείας, εις Προφήτην Ησαϊα 9.230.8
[10] Κόλια-Δερμιτζάκη, διατριβή "Βυζαντινός Ιερός Πόλεμος" σ.130-2
[11] Peter Charanis, The Monk as an Element of Byzantine Society, Dumb. Oaks Papers N.25 1971
[12] Ι. Χρυσόστομος (344-407 μ.Χ.), εις Άγιον Ιωάννην τον Ευαγγελιστήν, Ομιλία ξς΄ 59.369.12 - 370.11
[13]  Θεοδώρητου, Εκκλησιαστική Ιστορία (Τομ. 5ος σελίδες 328 - 330)
[14]  Λέων Στ' "Τακτικά",Προοίμιον στ. 1-2
[15]  Νικήτας Χωνιάτης, Ιστορία J-L ,van Dieten, Berlin, p.35













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.